Μετάφραση του "erforderlich" σε Ελληνικά

Οι αναγκαίος, απαιτούμενος, επιβεβλημένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "erforderlich" σε Ελληνικά.

erforderlich adjective γραμματική

unbedingt nötig (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναγκαίος

    adjective

    Ein spezifischer Zollsatz in dieser Höhe sei auch erforderlich.

    Ένας ειδικός δασμός αυτού του ύψους είναι και αναγκαίος.

  • απαιτούμενος

    Die erforderliche Notausrüstung muss für den sofortigen Gebrauch leicht zugänglich sein.

    Όλος ο απαιτούμενος εξοπλισμός έκτακτης ανάγκης παραμένει εύκολα προσπελάσιμος για άμεση χρήση.

  • επιβεβλημένος

    Damit erweise sich der Stichtag 3. Oktober 1990 als nicht erforderlich.

    Κατά συνέπεια, αποδείχθηκε ότι ο ορισμός της 3ης Οκτωβρίου 1990 ως ημερομηνίας αναφοράς δεν ήταν επιβεβλημένος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " erforderlich " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "erforderlich" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "erforderlich" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη