Μετάφραση του "existent" σε Ελληνικά

Οι υπάρχων, σωζόμενος, υπαρκτός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "existent" σε Ελληνικά.

existent Adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπάρχων

    adjective masculine
  • σωζόμενος

    adjective masculine
  • υπαρκτός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " existent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "existent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη