Μετάφραση του "fanatisch" σε Ελληνικά
Οι μανιώδης, φανατικός, φανατισμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fanatisch" σε Ελληνικά.
fanatisch
adjective
γραμματική
mit Lust und Liebe (umgangssprachlich)
-
μανιώδης
26 Besonders im Jahre 1918, das die Entscheidung des ersten Weltkrieges brachte, wurde der Überrest von fanatischen religiösen Angreifern belagert.
26 Ειδικά στο 1918, το αποκορυφωτικό έτος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, το υπόλοιπο επολιορκήθη από μανιώδεις θρησκευτικούς επιδρομείς.
-
φανατικός
adjective masculineDas Wort stammt von " fanatisch " ab.
Η λέξη, πιστεύω, προέρχεται από το ̈ φανατικός ".
-
φανατισμένος
adjectiveIch bin nicht fanatisch genug, um an dieser absurden Sache festzuhalten.
" Δεν είμαι τόσο φανατισμένος για να εμμείνω σ'έναν παραλογισμό. "
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fanatisch " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη