Μετάφραση του "fangen" σε Ελληνικά
Οι συλλαμβάνω, αιχμαλωτίζω, αρπάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fangen" σε Ελληνικά.
schnappen (umgangssprachlich) [..]
-
συλλαμβάνω
verbIch lasse nicht zu, dass du oder ein anderer von ihm gefangen genommen wird.
Δεν θα ρίσκαρα να συλλάβει εσένα, μήτε κανέναν άλλον.
-
αιχμαλωτίζω
verbAls der Invasionsplan fehlschlug, wurde ein Teil unser Truppen gefangen.
Όταν απέτυχε η εισβολή μας, κάποιοι απ'τους στρατιώτες μας αιχμαλωτίστηκαν.
-
αρπάζω
verbJa, von Anfang an war ich bei den Ohren gefangen, wie man Hasen fängt.
Ναι, νοιώθω σαν να με άρπαξαν από τα αυτιά, αβοήθητος σαν κουνέλι.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αντιλαμβάνομαι
- σύλληψη
- πιάνω
- παγιδεύω
- τσακώνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fangen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Beliebtes Kinderspiel, bei dem ein Kind der Fänger ist und versuchen muss, ein anderes Kind zu berühren, damit es dessen Aufgabe wird jemanden zu fangen. [..]
"Fangen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Fangen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "fangen"
Φράσεις παρόμοιες με "fangen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αρπάζω φωτιά · παίρνω φωτιά
-
πιάσε τον
-
πιάστε τον
-
άρχισε να βρέχει
-
αιχμάλωτος · φυλακισμένος
-
απορριπτόμενα αλιεύματα
-
όποιος πρόλαβε, τον Κύριον είδε
-
αιχμαλωτίζω