Μετάφραση του "gefangen" σε Ελληνικά

Οι αιχμάλωτος, φυλακισμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gefangen" σε Ελληνικά.

gefangen adjective verb γραμματική

verknackt (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιχμάλωτος

    adjective

    Dann ist sie entweder wütend und geht deshalb nicht ran, oder sie wird gefangen gehalten.

    Είτε είναι τσαντισμένη και δεν απαντά ή κρατείται αιχμάλωτος.

  • φυλακισμένος

    adjective noun

    Er wollte mich dorthin bringen, aber er konnte nicht, weil er ein Gefangener war.

    Ήθελε να με πάει εκεί, αλλά δεν μπορούσε γιατί ήταν φυλακισμένος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gefangen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "gefangen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gefangen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη