Μετάφραση του "fertigen" σε Ελληνικά
Οι κατασκευή, πλάθω, κατασκευάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fertigen" σε Ελληνικά.
fertigen
verb
adjective
γραμματική
verbrechen (sarkastisch oder scherzh.) (umgangssprachlich)
-
κατασκευή
nounAls hier die Basiskonstruktion fertig war hatte sich alles schon wieder beruhigt.
Μόλις τελείωσε η βασική κατασκευή τα πράγματα είχαν ηρεμήσει.
-
πλάθω
verb -
κατασκευάζω
Verb verbDie künstlichen Nägel sind dagegen aus Kunststoff gefertigt.
Τα ψεύτικα νύχια κατασκευάζονται, όμως, από πλαστική ύλη.
-
διαμορφώνω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fertigen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Fertigen
Noun
γραμματική
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Fertigen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Fertigen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "fertigen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τελειώνω
-
τελειώνω
-
έτοιμος · εξαντλημένος · ξοφλημένος · τελειωμένος
-
μου έσπασε τα νεύρα
-
το φαγητό είναι έτοιμο
-
ετοιμάζομαι
-
λυόμενος
-
είμαι κομμάτια
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη