Μετάφραση του "fischen" σε Ελληνικά

Οι αλιεύω, ψαρεύω, αλιεία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fischen" σε Ελληνικά.

fischen verb γραμματική

Fische fangen oder versuchen zu fangen.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλιεύω

    Verb
  • ψαρεύω

    verb

    Fische fangen oder versuchen zu fangen.

    Mit dir zu fischen war mir wichtig, bevor du gingst.

    Το να ψαρεύω μαζί σου σήμαινε πολλά για μένα, πριν φύγεις.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fischen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Fischen noun Noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλιεία

    noun feminine

    Schätzungen zufolge wurden 40 % der Fische ohne Lizenzen oder vorschriftswidrig gefangen.

    Εκτιμάται ότι σε ποσοστό περίπου 40% η αλιεία γινόταν χωρίς άδεια ή κατά παράβαση των κανονισμών.

  • αλίευση

    Sie umfasst auch das Jagen und Fischen und das Ernten wilder Erzeugnisse.

    Περιλαμβάνει επίσης τη θήρα και την αλίευση, καθώς και τη συγκομιδή άγριων προϊόντων.

  • ψάρεμα

    noun

    Mein Hobby ist das Fischen.

    Το χόμπι μου είναι το ψάρεμα.

Φράσεις παρόμοιες με "fischen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fischen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη