Μετάφραση του "freiwillig" σε Ελληνικά

Οι εθελοντικός, εθελοντικά, προαιρετικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "freiwillig" σε Ελληνικά.

freiwillig adjective γραμματική

um Gotteslohn (gehoben) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εθελοντικός

    adjective masculine

    Die Koordination, die befürwortet wird, soll allerdings freiwillig sein.

    Ο συντονισμός ο οποίος πρεσβεύεται θα πρέπει ωστόσο να είναι εθελοντικός.

  • εθελοντικά

    adverb

    Auf freiwillige Weise.

    Als sie sich freiwillig für ihre Schwester meldete.

    Όταν πήρε εθελοντικά την θέση της αδερφής της στην επιστράτευση.

  • προαιρετικός

    adjective masculine

    Außerdem sind sie bislang nur für die freiwillige Verwendung vorgesehen.

    Εξάλλου, η χρήση τους προβλέπεται να είναι προαιρετική μέχρι σήμερα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εκούσιος
    • εκούσια
    • θεληματικός
    • οικειοθελής
    • οικειοθελώς
    • εθελούσιος
    • αυθόρμητος
    • κατ' εκλογήν
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " freiwillig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "freiwillig" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "freiwillig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη