Μετάφραση του "freiwillig" σε Ελληνικά
Οι εθελοντικός, εθελοντικά, προαιρετικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "freiwillig" σε Ελληνικά.
freiwillig
adjective
γραμματική
um Gotteslohn (gehoben) [..]
-
εθελοντικός
adjective masculineDie Koordination, die befürwortet wird, soll allerdings freiwillig sein.
Ο συντονισμός ο οποίος πρεσβεύεται θα πρέπει ωστόσο να είναι εθελοντικός.
-
εθελοντικά
adverbAuf freiwillige Weise.
Als sie sich freiwillig für ihre Schwester meldete.
Όταν πήρε εθελοντικά την θέση της αδερφής της στην επιστράτευση.
-
προαιρετικός
adjective masculineAußerdem sind sie bislang nur für die freiwillige Verwendung vorgesehen.
Εξάλλου, η χρήση τους προβλέπεται να είναι προαιρετική μέχρι σήμερα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εκούσιος
- εκούσια
- θεληματικός
- οικειοθελής
- οικειοθελώς
- εθελούσιος
- αυθόρμητος
- κατ' εκλογήν
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " freiwillig " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "freiwillig" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
προαιρετική ασφάλιση
-
εθελονική πυροσβεστική υπηρεσία · εθελοντικό πυροσβεστικό κλιμάκιο
-
εθελοντική θητεία
-
εθελοντική προσφορά
-
εθελοντική εργασία
-
χώρος οικολογικής προστασίας από εθελοντές
-
αυτορρύθμιση
-
εθελοντής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη