Μετάφραση του "Freiwilliger" σε Ελληνικά
Το εθελοντής είναι η μετάφραση του "Freiwilliger" σε Ελληνικά.
Freiwilliger
noun
masculine
γραμματική
jmd., der freiwillig und kostenlos für das Gemeinwohl arbeitet [..]
-
εθελοντής
noun masculineEtwas Druck war nötig, um den richtigen Freiwilligen zu finden.
Χρειαζόταν ένα συγκεκριμένο είδος πίεσης για να βρεθεί ο σωστός εθελοντής.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Freiwilliger " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
freiwilliger
adjective
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"freiwilliger" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το freiwilliger στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "Freiwilliger" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
προαιρετική ασφάλιση
-
εθελονική πυροσβεστική υπηρεσία · εθελοντικό πυροσβεστικό κλιμάκιο
-
εθελοντική θητεία
-
αυθόρμητος · εθελοντικά · εθελοντικός · εθελούσιος · εκούσια · εκούσιος · θεληματικός · κατ' εκλογήν · οικειοθελής · οικειοθελώς · προαιρετικός
-
εθελοντική προσφορά
-
εθελοντική εργασία
-
χώρος οικολογικής προστασίας από εθελοντές
-
αυτορρύθμιση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη