Μετάφραση του "geduld" σε Ελληνικά

Οι υπομονή, υπομονή, ανεκτικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "geduld" σε Ελληνικά.

geduld
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπομονή

    noun feminine

    Ich verliere gleich die Geduld.

    Αρχίζω να χάνω την υπομονή μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " geduld " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Geduld noun feminine γραμματική

Konnivenz (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπομονή

    noun feminine

    Ich verliere gleich die Geduld.

    Αρχίζω να χάνω την υπομονή μου.

  • ανεκτικότητα

    noun feminine
  • ανοχή

    noun

    Im biblischen Sinn bedeutet Geduld nicht, eine unangenehme Situation einfach nur zu ertragen.

    Σύμφωνα με τη Γραφική έννοια της λέξης, μακροθυμία δεν είναι απλώς η ανοχή μιας δύσκολης κατάστασης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εγκαρτέρηση
    • καρτερία
    • Υπομονή

Φράσεις παρόμοιες με "geduld" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "geduld" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη