Μετάφραση του "gekocht" σε Ελληνικά

Οι βραστό, βραστός, μαγειρευμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gekocht" σε Ελληνικά.

gekocht verb
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βραστό

    noun neuter

    Ich hätte gerne ein gekochtes Ei, und zwar dotterweich.

    Θέλω ένα βραστό αυγό και το θέλω νερουλό.

  • βραστός

    adjective

    Man kann sie kochen, dünsten, backen oder frittieren, und häufig wird sie zu einem Dessert verarbeitet.

    Τρώγεται βραστός, στον ατμό, ψητός ή τηγανητός και συχνά γίνεται γλύκισμα.

  • μαγειρευμένος

    masculine

    Die gekochten Schwarten, Schweineleber und Zwiebeln wolft man durch die 3-mm-Scheibe.

    Ο μαγειρευμένος πολτός, το συκώτι χοίρου και τα κρεμμύδια περνούν μέσα από δίσκο με οπές 3 mm.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gekocht " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "gekocht" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gekocht" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη