Μετάφραση του "Kochen" σε Ελληνικά

Οι μαγειρική, μαγείρεμα, βράση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Kochen" σε Ελληνικά.

Kochen noun Noun neuter γραμματική

insbes. japan. Küche [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαγειρική

    noun feminine

    Tom versteht nicht viel vom Kochen.

    Ο Τομ δεν είναι καλός στη μαγειρική.

  • μαγείρεμα

    noun

    Er kann gut kochen.

    Είναι καλός στο μαγείρεμα.

  • βράση

    Langsam zum Kochen bringen und zugedeckt etwa eine Stunde köcheln lassen.

    Το αφήνετε να πάρει βράση σε χαμηλή φωτιά, και το σιγοβράζετε σε σκεπασμένη κατσαρόλα επί μια ώρα περίπου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βράσιμο
    • ψήσιμο
    • Μαγειρική
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Kochen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

kochen verb γραμματική

am Herd stehen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαγειρεύω

    verb

    Essen oder eine einzelne Speise zubereiten.

    Tom kocht mit Gas.

    Ο Τομ μαγειρεύει με γκάζι.

  • παρασκευάζω

    Verb verb

    Die Salzlake (Salzgehalt 10 —15 %) wird bereitet, indem Trinkwasser mit Salz gekocht wird.

    Το διάλυμα άλμης (συγκέντρωσης σε αλάτι 10-15 %) παρασκευάζεται βράζοντας πόσιμο νερό με αλάτι.

  • φτιάχνω

    verb

    Ich muss kochen lernen, damit ich sie selber machen kann.

    Πρέπει να μάθω να μαγειρεύω για να τα φτιάχνω η ίδια.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αναβράζω
    • βραζω
    • κοχλάζω
    • ψήνομαι
    • ψήνω
    • μάγειρας
    • βράζω

Εικόνες με "Kochen"

Φράσεις παρόμοιες με "Kochen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Kochen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη