Μετάφραση του "geladen" σε Ελληνικά

Οι γεμάτος, εξοργισμένος, προσκεκλημένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "geladen" σε Ελληνικά.

geladen adjective verb γραμματική

stinkig (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γεμάτος

    adjective

    Ist aber ziemlich geladen.

    Είναι γεμάτος με μια κακιά σπίδα.

  • εξοργισμένος

    Als ich aufs Spielfeld kam, war ich so geladen, daß ich ihm wahrscheinlich ins Gesicht getreten hätte, wenn er auch nur hallo gesagt hätte.“

    Όταν μπήκα στο γήπεδο ήμουν ήδη τόσο εξοργισμένος που, αν ο Μπάρνετ μού έλεγε έστω κι ένα ‘γεια’, μάλλον θα του έδινα κλοτσιά στο πρόσωπο».

  • προσκεκλημένος

    Sie nahmen das Literaturangebot an und luden mich ein, wieder zu kommen.

    Πήραν την τρέχουσα προσφορά εντύπων και με προσεκάλεσαν να επανέλθω.

  • φορτισμένος

    Auch kann man nicht eine Batterie betrachten und sagen, ob sie geladen ist oder nicht.

    Κυττάζοντας απλώς έναν ηλεκτρικό συσσωρευτή δεν μπορεί κανείς να πη αν είναι φορτισμένος ή όχι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " geladen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "geladen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ανανεώνω · επανεκκινώ · ξαναφύγει
  • αναφορτώνω · γεμίζω · εμπορείο · εμπορικό · κατάστημα · κλητεύω · οπλίζω · φορτίζω · φορτώνω
  • φορτώνω ξανά
  • φορτισμένο σωματίδιο
  • μεγάλο πολυκατάστημα
  • θησαυροφυλάκιο
  • θετικά φορτισμένος
  • αναφόρτωση · γέμισμα · επιχείρηση · κατάστημα · μαγαζάκι · μαγαζί · παντζούρι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "geladen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη