Μετάφραση του "laden" σε Ελληνικά

Οι κατάστημα, φορτώνω, αναφορτώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "laden" σε Ελληνικά.

laden Verb verb γραμματική

runterladen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατάστημα

    noun neuter

    Er will, dass ich mit ihm in den Lolli-Laden gehe.

    Συνεχίζει να θέλει να τον πάω στο κατάστημα με τα ζαχαρωτά.

  • φορτώνω

    verb

    Ich lade sie in den Display-Puffer herunter.

    Τα φορτώνω στη μνήμη.

  • αναφορτώνω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εμπορικό
    • κλητεύω
    • φορτίζω
    • γεμίζω
    • οπλίζω
    • εμπορείο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " laden " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Laden noun masculine γραμματική

Verkaufsraum (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαγαζί

    noun neuter

    Wusstet ihr Leute eigentlich, dass Halle Berry einen Joghurt-Laden eröffnet hat?

    Ξέρατε, παιδιά, ότι η Χάλι Μπέρι ανοίγει μαγαζί με γιαούρτι;

  • κατάστημα

    noun neuter

    Räumlichkeiten, in denen Waren oder Dienstleistungen gewerblich zum Verkauf angeboten werden

    Er will, dass ich mit ihm in den Lolli-Laden gehe.

    Συνεχίζει να θέλει να τον πάω στο κατάστημα με τα ζαχαρωτά.

  • αναφόρτωση

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γέμισμα
    • επιχείρηση
    • παντζούρι
    • μαγαζάκι

Εικόνες με "laden"

Φράσεις παρόμοιες με "laden" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "laden" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη