Μετάφραση του "geschwollen" σε Ελληνικά

Οι πομπώδης, πρησμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "geschwollen" σε Ελληνικά.

geschwollen adjective verb γραμματική

verschwiemelt (norddt.) (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πομπώδης

  • πρησμένος

    adjective

    Sie hat " feucht " und " schwellen " im selben Satz verwendet.

    Χρησιμοποίησε το " μουνί " και το " πρησμένος " στην ίδια πρόταση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " geschwollen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "geschwollen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "geschwollen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη