Μετάφραση του "gespalten" σε Ελληνικά

Το σχιστός είναι η μετάφραση του "gespalten" σε Ελληνικά.

gespalten adjective verb γραμματική

(sich) gabelnd

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σχιστός

    Holzpfähle, gespalten; Pfähle und Pflöcke aus Holz, gespitzt, nicht in der Längsrichtung gesägt

    Σχιστά στηρίγματα φυτών· πάσσαλοι από ξύλο μεγάλοι και μικροί, μυτεροί, απριόνιστοι κατά μήκος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gespalten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "gespalten" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Στήλη εξωτερικών δεδομένων
  • διχαλωτή γλώσσα
  • διπλή προσωπικότητα · διχασμένη προσωπικότητα
  • διαρρηγνύω · διασπώ · διχάζω · κόβω · μοιράζω · πελεκώ · σκίζω · σχίζω · χωρίζω
  • βάραθρο · κενό · κολώνα · παράταξη · ράγισμα · ρήγμα · ρωγμή · σειρά · στήλη · χάσμα · χαράδρα
  • κατάταξη στηλών
  • κενό · ρωγμή · σχισμή · χαραμάδα
  • υπολογιζόμενη στήλη
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gespalten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη