Μετάφραση του "gesperrt" σε Ελληνικά

Το κλειδωμένος είναι η μετάφραση του "gesperrt" σε Ελληνικά.

gesperrt verb

zu (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κλειδωμένος

    Nur einer, aber der ist gesperrt.

    Ένας, αλλά είναι κλειδωμένος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gesperrt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "gesperrt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αναστέλλω · αναχαιτίζω · απαγορεύω · απενεργοποιώ · αποκλείω · δεσμεύω · κλείδωμα · κλείνω · κλειδώνω · κόβω · μπλοκάρω
  • κλειδωμένος υπολογιστής-πελάτης
  • Κλείδωμα περιόδου λειτουργίας
  • φράση αποκλεισμού
  • πιστοποιητικό που έχει ανακληθεί
  • απαισιόδοξο κλείδωμα
  • Κλείδωμα διάσκεψης
  • αποκλεισμός · ασφάλεια · θέτω σε αναμονή · κλείδωμα · κλειδώνω · μπλόκο · οδόφραγμα · παρεμπόδιση · φράγμα · φράξιμο · φραγμός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gesperrt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη