Μετάφραση του "sperren" σε Ελληνικά

Οι κλείδωμα, κλειδώνω, αναχαιτίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sperren" σε Ελληνικά.

sperren verb γραμματική

mauern (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κλείδωμα

    Findet einen Schrank und sperrt euch darin ein.

    Βρείτε ένα ντουλάπι και κλείδωμα τον εαυτό σας μέσα.

  • κλειδώνω

    verb

    Also musste ich sie in den Speicher sperren.

    Και έτσι έπρεπε να την κλειδώνω, πάνω στη σοφίτα.

  • αναχαιτίζω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απαγορεύω
    • απενεργοποιώ
    • αποκλείω
    • δεσμεύω
    • κλείνω
    • κόβω
    • μπλοκάρω
    • αναστέλλω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sperren " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Sperren noun
+ Προσθήκη

"Sperren" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Sperren στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "sperren"

Φράσεις παρόμοιες με "sperren" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Κλείδωμα περιόδου λειτουργίας
  • απαισιόδοξο κλείδωμα
  • Κλείδωμα διάσκεψης
  • αποκλεισμός · ασφάλεια · θέτω σε αναμονή · κλείδωμα · κλειδώνω · μπλόκο · οδόφραγμα · παρεμπόδιση · φράγμα · φράξιμο · φραγμός
  • κλειδωμένος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sperren" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη