Μετάφραση του "getrennt" σε Ελληνικά

Οι ξεχωριστά, αποσυνδεδεμένος, ξεχωριστός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "getrennt" σε Ελληνικά.

getrennt adjective verb adverb γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξεχωριστά

    adjective

    Verdünnungsmittel können zusammen mit den Impfstoffampullen oder getrennt verpackt sein.

    Τα αραιωτικά μπορούν να συσκευάζονται μαζί με τα φιαλίδια εμβολίου ή ξεχωριστά.

  • αποσυνδεδεμένος

  • ξεχωριστός

    Adjective

    Angesichts der Haushaltseinschränkungen lässt sich der getrennte Abschnitt „Krankheiten“ im ursprünglichen Kommissionsvorschlag nicht mehr beibehalten.

    Δεδομένων των δημοσιονομικών περιορισμών, ο ξεχωριστός άξονας «ασθένειες» που περιλαμβανόταν στην αρχική πρόταση της Επιτροπής έπρεπε να απαλειφθεί.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χωρισμένος
    • χωριστός
    • χώρια
    • ανεξάρτητα
    • χωριστά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " getrennt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "getrennt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διαχωρίζω την ήρα από το στάρι · ξεχωρίζω την ήρα από το σιτάρι · χωρίζω τους αμνούς από τα ερίφια
  • διαχωρισμένη αποκομιδή
  • αποσχίζομαι · αποχωρίζομαι · χωρίζω
  • αρχείο διαχωρισμένο με κόμματα · αρχείο τιμών διαχωρισμένων με κόμματα
  • αποσπώ · αποσυνδέω · αποσύνδεση · αποχωρίζω · βγάζω · διαιρώ · διαχωρίζω · κατάργηση · ξεκαρφίτσωμα · ξεχωρίζω · ξηλώνω · συλλαβίζω · χωρίζω
  • ζούμε χωριστά
  • σύζυγος εν διαστάσει
  • εδώ χωρίζουν οι δρόμοι μας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "getrennt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη