Μετάφραση του "gewinn" σε Ελληνικά

Οι απολαβή, κέρδος, όφελος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gewinn" σε Ελληνικά.

gewinn verb
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • απολαβή

    Noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gewinn " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Gewinn noun Noun masculine γραμματική

Benefit (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κέρδος

    noun neuter

    finanzielle Erfolg erwerbswirtschaftlich selbständiger Tätigkeit

    Daher sind etwaige interne Gewinne aus diesen Kosten herauszurechnen.

    Για το λόγο αυτό, κάθε εσωτερικό κέρδος πρέπει να απαλείφεται, κατά τον προσδιορισμό του κόστους αυτού.

  • όφελος

    noun neuter

    Die Verbraucher werden an dem entstehenden Gewinn tatsächlich angemessen beteiligt.

    Επιπλέον, η συμφωνία εξασφαλίζει στους καταναλωτές δίκαιο τμήμα από το όφελος που προκύπτει από αυτή.

  • βραβείο

    noun

    Es sieht so aus, als könnte er den ersten Preis gewinnen.

    Φαίνεται πως μάλλον θα κερδίσει το πρώτο βραβείο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δώρο
    • κερδοφορία
    • μπάζα
    • απολαβή

Φράσεις παρόμοιες με "gewinn" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gewinn" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη