Μετάφραση του "Gewinde" σε Ελληνικά
Οι σπείρωμα, πάσο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Gewinde" σε Ελληνικά.
Gewinde
noun
neuter
γραμματική
-
σπείρωμα
noun neuterDer Schaft kann vollständig oder teilweise mit einem Gewinde versehen sein.
Το στέλεχος μπορεί να έχει σπείρωμα σε ολόκληρο το μήκος του ή σε μέρος αυτού.
-
πάσο
noun neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Gewinde " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Gewinde"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη