Μετάφραση του "gewinnbringend" σε Ελληνικά

Το κερδοφόρος είναι η μετάφραση του "gewinnbringend" σε Ελληνικά.

gewinnbringend adjective γραμματική

renditestark (teilweise werbesprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κερδοφόρος

    adjective

    Zur Rentabilität ist festzustellen, dass der Wirtschaftszweig der Union im gesamten Bezugszeitraum gewinnbringend wirtschaftete.

    Από πλευράς κερδοφορίας, ο κλάδος παραγωγής της Ένωσης ήταν κερδοφόρος καθ’ όλη τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gewinnbringend " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gewinnbringend" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη