Μετάφραση του "gewinnend" σε Ελληνικά
Το συμπαθητικός είναι η μετάφραση του "gewinnend" σε Ελληνικά.
gewinnend
verb
γραμματική
-
συμπαθητικός
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " gewinnend " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "gewinnend" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανεμομαζώματα διαβολοσκορπίσματα · „wie gewonnen, so zerronnen“ : etwas kann ebenso schnell verloren gehen, wie es erworben wurde.
-
διανεμητέο κέρδος
-
διαφυγόν κέρδος
-
πραγματοποιώ κέρδη
-
ανεμομαζώματα διαβολοσκορπίσματα
-
ποιος κέρδισε;
-
κέρδος
-
κερδίζω έδαφος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη