Μετάφραση του "herausgeben" σε Ελληνικά

Οι εκδίδω, έκδοση, δίνω έξω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "herausgeben" σε Ελληνικά.

herausgeben Verb verb γραμματική

ausgeben (Banknoten) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκδίδω

    verb

    In dem Dictionnaire de la Bible, herausgegeben von F.

    Το Dictionnaire de la Bible, που εξέδωσε ο Φ.

  • έκδοση

    noun feminine

    c) Berechnung der Besatzdichtefaktoren, zu der die Kommission noch immer keinen Auslegungsvermerk herausgegeben hat.

    γ) ο υπολογισμός των παραγόντων πυκνότητας, για τον οποίο παραμένει αναγκαία η έκδοση ερμηνείας από την Επιτροπή.

  • δίνω έξω

    Bevor ich einen Cent herausgebe, muss ich wissen, was ich letztendlich dafür zurückbekommen könnte.

    Προτού να δώσω έξω ένα σεντ, πρέπει να ξέρω εκείνος ο θα είμαι σε θέση να το πάρω πίσω τελικά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δίνω ρέστα
    • παραδίνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " herausgeben " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Herausgeben Noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Herausgeben" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Herausgeben στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "herausgeben" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη