Μετάφραση του "herausholen" σε Ελληνικά

Το βγάζω είναι η μετάφραση του "herausholen" σε Ελληνικά.

herausholen Verb γραμματική

herauskitzeln (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βγάζω

    verb

    Damit kann ich etwas vom Boden aufheben, einen Schrank öffnen und Geschirr herausholen oder etwas aus dem Kühlschrank nehmen.

    Με αυτό, μπορώ να πιάνω πράγματα από το πάτωμα, να ανοίγω ένα ντουλάπι και να βγάζω ένα πιάτο ή να παίρνω κάτι από το ψυγείο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " herausholen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "herausholen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη