Μετάφραση του "hilfsbereit" σε Ελληνικά
Οι βοηθητικός εξυπηρετικός, εξυπηρετικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hilfsbereit" σε Ελληνικά.
hilfsbereit
adjective
γραμματική
unanim (fachsprachlich)
-
βοηθητικός εξυπηρετικός
Ich bevorzuge es, im Büro arbeiten, weil es näher an meinem Studium ist. Das wird während meines Studiums sehr hilfreich sein.
-
εξυπηρετικός
adjectiveJeder läßt den anderen eine Persönlichkeit sein, und doch sind alle so hilfsbereit.“
Ο ένας αφήνει τον άλλον να είναι ο πραγματικός του εαυτός και, ωστόσο, ο καθένας είναι πολύ εξυπηρετικός.»
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " hilfsbereit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "hilfsbereit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χρήσιμο βοηθητικό
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη