Μετάφραση του "hilfs-" σε Ελληνικά

Οι βοηθητικός, βοηθητικός, επικουρικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hilfs-" σε Ελληνικά.

hilfs-

Mit einer unterstützenden Fähigkeit.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βοηθητικός

    adjective masculine

    „Besondere Einrichtung“ ist der Teil der Lenkanlage, mit dem eine Hilfs- oder Fremdkraft erzeugt wird.

    Ως «ειδικός μηχανισμός» νοείται το τμήμα του συστήματος διευθύνσεως διά του οποίου παράγεται η βοηθητική ή ανεξάρτητη ενέργεια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hilfs- " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Hilfs-
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βοηθητικός

    adjective masculine

    „Besondere Einrichtung“ ist der Teil der Lenkanlage, mit dem eine Hilfs- oder Fremdkraft erzeugt wird.

    Ως «ειδικός μηχανισμός» νοείται το τμήμα του συστήματος διευθύνσεως διά του οποίου παράγεται η βοηθητική ή ανεξάρτητη ενέργεια.

  • επικουρικός

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hilfs-" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη