Μετάφραση του "hilfs-" σε Ελληνικά
Οι βοηθητικός, βοηθητικός, επικουρικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hilfs-" σε Ελληνικά.
hilfs-
Mit einer unterstützenden Fähigkeit.
-
βοηθητικός
adjective masculine„Besondere Einrichtung“ ist der Teil der Lenkanlage, mit dem eine Hilfs- oder Fremdkraft erzeugt wird.
Ως «ειδικός μηχανισμός» νοείται το τμήμα του συστήματος διευθύνσεως διά του οποίου παράγεται η βοηθητική ή ανεξάρτητη ενέργεια.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " hilfs- " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Hilfs-
-
βοηθητικός
adjective masculine„Besondere Einrichtung“ ist der Teil der Lenkanlage, mit dem eine Hilfs- oder Fremdkraft erzeugt wird.
Ως «ειδικός μηχανισμός» νοείται το τμήμα του συστήματος διευθύνσεως διά του οποίου παράγεται η βοηθητική ή ανεξάρτητη ενέργεια.
-
επικουρικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη