Μετάφραση του "hochgehen" σε Ελληνικά
Οι ανεβαίνω, σκάω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hochgehen" σε Ελληνικά.
hochgehen
verb
γραμματική
hochgehen (umgangssprachlich) [..]
-
ανεβαίνω
verbJedes Jahr wird es schwieriger, diesen Hügel hochzugehen.
Κάθε χρόνος που περνάει, τόσο πιο δύσκολο ανεβαίνω στο λόφο αυτό.
-
σκάω
Verb verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " hochgehen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη