Μετάφραση του "hochgehen" σε Ελληνικά

Οι ανεβαίνω, σκάω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hochgehen" σε Ελληνικά.

hochgehen verb γραμματική

hochgehen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανεβαίνω

    verb

    Jedes Jahr wird es schwieriger, diesen Hügel hochzugehen.

    Κάθε χρόνος που περνάει, τόσο πιο δύσκολο ανεβαίνω στο λόφο αυτό.

  • σκάω

    Verb verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hochgehen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hochgehen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη