Μετάφραση του "hungern" σε Ελληνικά
Οι πεινώ, λιμοκτονώ, διψώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hungern" σε Ελληνικά.
Über längere Zeit an Hunger leiden, nicht genug zu Essen bekommen.
-
πεινώ
verbKeine Ahnung, aber ich hab keinen hunger.
Δεν ξέρω, αλλά δεν πεινώ.
-
λιμοκτονώ
verbEs ist mir egal, dass ich mich in der Wüste zu Tode hungere.
Δεν με νοιάζει να λιμοκτονώ μέχρι θανάτου στην έρημο.
-
διψώ
verb"'Selig sind die, die da hungern und dürsten nach Gerechtigkeit,
"'Mακάριoι oι πειvώvτες και διψώvτες τηv δικαιoσύvηv...
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- νηστεύω
- πεινάω
- πεθαίνω της πείνας
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " hungern " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
ασιτία
Obwohl er wahrscheinlich keinen Hunger leidet, können sich früher oder später gesundheitliche Probleme einstellen.
Αν και μπορεί να μην πάσχει από ασιτία, αργά ή γρήγορα ίσως αντιμετωπίσει προβλήματα υγείας.
Φράσεις παρόμοιες με "hungern" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πείνα
-
πεθαίνω της πείνας
-
πεινάω · πεινώ
-
ξεδιψάω · χορταίνω
-
πεινάω σαν λύκος
-
πεινάω · πεινώ
-
Πείνα · ασιτία · δίψα · λιγούρα · λιμός · πείνα · σιτοδεία
-
πεινάω σαν λύκος