Μετάφραση του "hungrig" σε Ελληνικά

Οι πεινασμένος, νηστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hungrig" σε Ελληνικά.

hungrig adjective γραμματική

Nach Essen verlangend; ein körperliches Bedürfnis nach Essen verspürend.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πεινασμένος

    adjective masculine

    Ich bin hungrig, weil ich kein Mittag gegessen habe.

    Είμαι πεινασμένος επειδή δεν έφαγα μεσημεριανό.

  • νηστικός

    adjective

    Oft war ich hungrig, aber nicht nur ich, sondern auch meine Frau und meine beiden Töchter.

    Πολλές φορές έμενα νηστικός, το ίδιο και η σύζυγός μου και οι δύο θυγατέρες μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hungrig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "hungrig"

Φράσεις παρόμοιες με "hungrig" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hungrig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη