Μετάφραση του "illegal" σε Ελληνικά

Οι παράνομος, αθέμιτος, άνομος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "illegal" σε Ελληνικά.

illegal adjective γραμματική

schwarz (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • παράνομος

    adjective masculine

    Kein Mensch ist illegal.

    Κανένας άνθρωπος δεν είναι παράνομος.

  • αθέμιτος

    adjective

    Unlauterer Wettbewerb zulasten der italienischen KMU aufgrund illegaler Einfuhrpraktiken durch Drittländer.

    Αθέμιτος ανταγωνισμός εις βάρος των ιταλικών ΜΜΕ που οφείλεται σε παράτυπες πρακτικές εισαγωγών από ξένες χώρες.

  • άνομος

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λαθραίος
    • παράνομα
    • έκνομος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " illegal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "illegal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "illegal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη