Μετάφραση του "illegitim" σε Ελληνικά
Το παράνομος είναι η μετάφραση του "illegitim" σε Ελληνικά.
illegitim
Nicht aus einer rechtmäßig geschlossenen Ehe hervorgegangen.
-
παράνομος
adjective masculineSie erklären meine neue Ehe für ungültig... und alle daraus entstehenden Kinder für illegitim.
Ο νέος γάμος μου είναι άκυρος και τα παιδιά μου από αυτόν, παράνομα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " illegitim " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη