Μετάφραση του "inkompetent" σε Ελληνικά

Οι ανίκανος, αναρμόδιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inkompetent" σε Ελληνικά.

inkompetent adjective γραμματική

kontraindiziert (med.) (fachsprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανίκανος

    Adjective

    Alles an seiner Story war entweder gelogen, oder er war inkompetent.

    Eίτε η ιστορία του είναι ψέμα ή απάτη, είτε ήταν ανίκανος.

  • αναρμόδιος

    Adjective

    Aber warum sollte jemand, der eine Theorie in Frage zieht, als inkompetent, ungebildet und als Gefangener alter Illusionen und Vorurteile abgestempelt werden?

    Αλλά γιατί κάποιος που αμφισβητεί μια θεωρία να στιγματίζεται σαν αναρμόδιος, απληροφόρητος, ‘αιχμάλωτος παλαιών πλανών και προκαταλήψεων’;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inkompetent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inkompetent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη