Μετάφραση του "intermittierend" σε Ελληνικά
Οι διακεκομμένος, σποραδικός, διαλείπων είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intermittierend" σε Ελληνικά.
intermittierend
adjective
verb
γραμματική
-
διακεκομμένος
masculine -
σποραδικός
adjective masculine -
διαλείπων
masculineDie Behandlung soll intermittierend und nicht kontinuierlich erfolgen
Η θεραπεία πρέπει να είναι διαλείπουσα και όχι συνεχής
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " intermittierend " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη