Μετάφραση του "intermittierend" σε Ελληνικά

Οι διακεκομμένος, σποραδικός, διαλείπων είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intermittierend" σε Ελληνικά.

intermittierend adjective verb γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διακεκομμένος

    masculine
  • σποραδικός

    adjective masculine
  • διαλείπων

    masculine

    Die Behandlung soll intermittierend und nicht kontinuierlich erfolgen

    Η θεραπεία πρέπει να είναι διαλείπουσα και όχι συνεχής

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intermittierend " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intermittierend" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη