Μετάφραση του "intern" σε Ελληνικά
Οι εμπιστευτικός, ενδογενής, εσωτερικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intern" σε Ελληνικά.
intern
Adjective
adjective
γραμματική
Innen...
-
εμπιστευτικός
adjective -
ενδογενής
-
εσωτερικός
adjectiveDie Funktion des internen Prüfers des EEF wird vom Internen Prüfer der Kommission wahrgenommen.
Εσωτερικός ελεγκτής του ΕΤΑ είναι ο εσωτερικός ελεγκτής της Επιτροπής.
-
εσωτερικός στην εταιρεία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " intern " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "intern" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εσωτερική υπερ-σύνδεση
-
εσωτερική μονάδα δίσκου ταινίας
-
εσωτερικό στυλ
-
ενδιάμεση έκδοση
-
εσωτερικός έλεγχος
-
εσωτερικό μόντεμ
-
εσωτερική αυτο-μετάβαση
-
εσωτερικός δρομολογητής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη