Μετάφραση του "kauf" σε Ελληνικά

Οι αγορά, προμήθεια, αγοραπωλησία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kauf" σε Ελληνικά.

kauf verb

Αυτόματες μεταφράσεις του " kauf " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
+ Προσθήκη

"kauf" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το kauf στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Kauf noun masculine γραμματική

Tausch von Kapital in dinge

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγορά

    noun feminine

    Tom kauft sein Gemüse lieber auf dem Wochenmarkt als im Supermarkt.

    Ο Τομ προτιμά να αγοράζει τα λαχανικά του στη λαϊκή αγορά παρά στο σούπερ μάρκετ.

  • προμήθεια

    Noun

    die de facto bestehende Bindung des ganzen Finanzierungspakets an Käufe im Geberland,

    την πραγματική σύνδεση του συνόλου του προγράμματος χρηματοδότησης με την προμήθεια στη χορηγό χώρα,

  • αγοραπωλησία

    noun

    Irgendwann sah man die Notwendigkeit, Kauf und Verkauf von Waren zu vereinfachen.

    Τελικά, οι έμποροι διέκριναν την ανάγκη για ένα πιο εύχρηστο μέσο συναλλαγής όσον αφορά την αγοραπωλησία αγαθών.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παζάρι
    • πράξη αγοράς

Φράσεις παρόμοιες με "kauf" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kauf" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη