Μετάφραση του "langsam" σε Ελληνικά

Οι αργός, αργά, σιγά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "langsam" σε Ελληνικά.

langsam adjective adverb γραμματική

schlafmützig (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αργός

    adjective masculine

    Mit geringer Geschwindigkeit. [..]

    Es wurde noch unauffälliger durch seinen langsamen, bedächtigen Gang.

    Ο αργός και προσεκτικός βηματισμός το έκανε να τραβάει λιγότερο την προσοχή.

  • αργά

    adverb

    Langsamer zu essen, wird dir helfen, dich satter zu fühlen.

    Το να τρως πιό αργά θα σε βοηθήσει να αισθάνεσαι πιό χορτάτος.

  • σιγά

    adverb

    Dann zogen sie langsam weiter, bis sie zu einer Herberge kamen.

    Κατόπιν κατηφόρισαν σιγά σιγά στο δρόμο, μέχρις ότου έφτασαν σε ένα πανδοχείο, δηλαδή ένα μικρό ξενοδοχείο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σιγά σιγά
    • σιγανός
    • βραδύς
    • αγάλι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " langsam " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "langsam" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "langsam" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη