Μετάφραση του "Langmut" σε Ελληνικά

Το μακροθυμία είναι η μετάφραση του "Langmut" σε Ελληνικά.

Langmut Noun γραμματική

Die Eigenschaft geduldig zu sein.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μακροθυμία

    noun

    Langmut und Selbstbeherrschung gehen, wie bereits erwähnt, Hand in Hand.

    Και όπως ανεφέρθη ήδη η μακροθυμία συμβαδίζει με την εγκράτεια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Langmut " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Langmut" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη