Μετάφραση του "lehmig" σε Ελληνικά
Οι αργιλώδης, πηλώδης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lehmig" σε Ελληνικά.
lehmig
adjective
Adjective
γραμματική
-
αργιλώδης
AdjectiveBei der Straße Addis Abeba - Woldiya blieb die lehmige und instabile Bodenbeschaffenheit unberücksichtigt.
Σχετικά με την οδό Addis Ababa-Woldiya, παραβλέφθηκε επίσης η αργιλώδης και ασταθής φύση των εδαφών.
-
πηλώδης
Dies wird als Nassgley mit einer lehmigen oder tonigen Deckschicht bezeichnet.
Το στρώμα αυτό ονομάζεται χουμικό gleysol με πηλώδη ή αργιλώδη επιφάνεια.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lehmig " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη