Μετάφραση του "lehnen" σε Ελληνικά

Οι γέρνω, κλίνω, σκύβω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lehnen" σε Ελληνικά.

lehnen verb γραμματική

abhängig sein (von)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γέρνω

    verb

    Manchmal lehne ich mich auf eine Seite, mal auf die andere.

    Μια γέρνω προς τη μια πλευρά του, μια προς την άλλη.

  • κλίνω

    verb

    Ich wollte hier lehnen und meine Probleme wegwünschen.

    Ήμουν gonna κλίνει εδώ και εύχομαι τα προβλήματά μου μακριά.

  • σκύβω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ακουμπώ
    • στηρίζομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lehnen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Lehnen Noun noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Lehnen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Lehnen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "lehnen"

Φράσεις παρόμοιες με "lehnen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lehnen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη