Μετάφραση του "leibhaftig" σε Ελληνικά

Το ενσαρκωμένος είναι η μετάφραση του "leibhaftig" σε Ελληνικά.

leibhaftig Adjective γραμματική

(so) wie er leibt und lebt [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενσαρκωμένος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " leibhaftig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "leibhaftig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη