Μετάφραση του "leiblich" σε Ελληνικά
Το εξ' αίματος είναι η μετάφραση του "leiblich" σε Ελληνικά.
leiblich
Adjective
γραμματική
(mein) eigen Fleisch und Blut
-
εξ' αίματος
Vielleicht solltest du daran denken, wer sein leiblicher Sohn ist.
Ίσως χρειάζεσαι να θυμάσαι ποιός; είναι ο γιος εξ αίματος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " leiblich " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "leiblich" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
φυσική μητέρα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη