Μετάφραση του "leidvoll" σε Ελληνικά

Οι θλιβερός, θλιμμένος, πονεμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "leidvoll" σε Ελληνικά.

leidvoll γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • θλιβερός

    Adjective
  • θλιμμένος

  • πονεμένος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " leidvoll " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "leidvoll" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη