Μετάφραση του "leihen" σε Ελληνικά

Οι δανείζω, δανείζομαι, δανεισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "leihen" σε Ελληνικά.

leihen verb γραμματική

pumpen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δανείζω

    verb

    Er bat mich, ihm zehn Euro zu leihen.

    Μου γύρεψε να του δανείσω δέκα ευρώ.

  • δανείζομαι

    verb

    Λαβαίνω προσωρινά (κάτι) από κάποιον, με την προϋπόθεση να το επιστρέψω.

    Er bat mich, ihm zehn Euro zu leihen.

    Μου γύρεψε να του δανείσω δέκα ευρώ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " leihen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Leihen
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δανεισμός

    Noun

    Miete, Leihe und Operate Leasing über mehr als 24 Monate

    Ενοικίαση, δανεισμός και μίσθωση εκμετάλλευσης διάρκειας μεγαλύτερης από 24 μήνες

Φράσεις παρόμοιες με "leihen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • δανεισμός · χρησιδάνειο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "leihen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη