Μετάφραση του "leitend" σε Ελληνικά
Οι αγώγιμος, διευθύνων είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "leitend" σε Ελληνικά.
leitend
adjective
verb
γραμματική
Fähig, elektrischen Strom zu leiten
-
αγώγιμος
adjectiveSie sind leicht leitend, da ein paar kosmische Strahlen bis zum Boden vordringen.
Αυτή είναι ελαφρά αγώγιμος εξ αιτίας του ότι ελάχιστες κοσμικές ακτίνες εισδύουν στο έδαφος.
-
διευθύνων
Dort lernte ich, wie man die militärische Ausbildung organisiert und leitet.
Εκεί έμαθα πώς να οργανώνω και να διευθύνω τη στρατιωτική εκπαίδευσι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " leitend " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "leitend" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άγω · διαβιβάζω · διαχειρίζομαι · διευθύνω · διοικώ · διοχετεύω · καθοδηγώ · κατευθύνω · κεφάλι · μεταδίδω · μετριάζω · οδηγώ · παροχετεύω · περιορίζω · προεδρεύω
-
μη αγώγιμος
-
κυβερνητικός αξιωματούχος
-
αρχιμηχανικός
-
διοικητικό στέλεχος
-
διοικητικά στελέχη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη