Μετάφραση του "lenkbar" σε Ελληνικά
Οι ευπειθής, κατευθυνόμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lenkbar" σε Ελληνικά.
lenkbar
Adjective
γραμματική
Sich leicht von anderen beeinflussen lassend.
-
ευπειθής
-
κατευθυνόμενος
Eine neue Art von Kugel, eine Art lenkbare Rakete.
Είναι ένα είδος νέας σφαίρας, σαν κατευθυνόμενος πύραυλος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lenkbar " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη