Μετάφραση του "lenken" σε Ελληνικά

Οι διοχετεύω, άγω, διευθύνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lenken" σε Ελληνικά.

lenken verb γραμματική

was zu sagen haben (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διοχετεύω

    verb

    Sie brachten mir bei, meine Kraft zu lenken, um mich nicht selbst zu verletzen.

    Μου έμαθαν να διοχετεύω τη δύναμή μου και να μην πληγώνω τον εαυτό μου.

  • άγω

    verb
  • διευθύνω

    verb

    Investor A hat seine Stimmrechte bisher ausgeübt und lenkt die maßgeblichen Tätigkeiten des Beteiligungsunternehmens aktiv.

    Ο επενδυτής Α έχει ασκήσει τα δικαιώματα ψήφου του και διευθύνει ενεργά τις συναφείς δραστηριότητες της εκδότριας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επισύρω
    • κατευθύνω
    • οδηγώ
    • άμεσος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lenken " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "lenken" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lenken" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη