Μετάφραση του "lethargisch" σε Ελληνικά

Το ληθαργικός είναι η μετάφραση του "lethargisch" σε Ελληνικά.

lethargisch Adjective γραμματική

Keine Energie oder Motivation habend.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ληθαργικός

    Im Sommer fiel ihnen auf, dass Billy lethargisch zu sein schien.

    Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού παρατήρησαν ότι ο Μπίλλυ έδειχνε ληθαργικός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lethargisch " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lethargisch" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη