Μετάφραση του "letter" σε Ελληνικά

Οι επιστολή, γράμμα, στοιχείο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "letter" σε Ελληνικά.

letter
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιστολή

    noun feminine

    Bei einer Änderung des Namens des Inhabers der Wirkstoff-Stammdokumentation ein aktualisiertes Autorisierungsschreiben („letter of access“)

    Στην περίπτωση αλλαγής του ονόματος του κατόχου του κύριου αρχείου δραστικής ουσίας, ενημερωμένη «επιστολή πρόσβασης».

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " letter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Letter noun Noun feminine γραμματική

Graphem (fachsprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γράμμα

    noun neuter

    Der Vorgang wurde wiederholt, bis die erforderliche Stückzahl dieser Letter hergestellt worden war.

    Η διαδικασία αυτή επαναλαμβανόταν μέχρι να παραχθεί ο απαιτούμενος αριθμός τεμαχίων κάθε γράμματος.

  • στοιχείο

    noun

    Jede Letter hatte die gleiche Länge, genauso wie es Gutenberg wollte.

    Όλα τα τυπογραφικά στοιχεία είχαν το ίδιο ύψος, όπως τα ήθελε ο Γουτεμβέργιος.

  • χαρακτήρας

    noun
  • χαρακτήρες

    noun
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "letter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη