Μετάφραση του "liebling" σε Ελληνικά

Οι αγαπημένο, αγάπη, αγαπημένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "liebling" σε Ελληνικά.

liebling
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγαπημένο

    adjective noun

    Das bedeutet wir fahren zu seiner lieblings Kneipe.

    Που σημαίνει ότι πάμε στο αγαπημένο του στέκι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " liebling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Liebling noun proper masculine γραμματική

Zuckerwürfel (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγάπη

    noun feminine

    Schließ die Augen und hör mir zu, Liebling.

    Κλείσε τα μάτια κι άκουσέ με, αγάπη μου.

  • αγαπημένος

    particle masculine

    Zeig ihnen allen, warum du mein Liebling bist.

    Δείξε σε όλους γιατί είσαι ο αγαπημένος μου.

  • ευνοούμενος

    masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αγαπούλα
    • αδυναμία
    • εραστής
    • καρδούλα
    • συμπάθεια
    • ερωμένη
    • προτίμηση

Φράσεις παρόμοιες με "liebling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "liebling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη